Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
27 / 10 / 2024

Για όσους δεν ξέρετε ότι κάνω αστική περιπλάνηση – δηλαδή, ότι τριγυρίζω σε πάρα πολλούς δρόμους απ’άκρη σ’άκρη της Αθήνας – σας το λέω από τώρα για να καταλάβετε από πού αντλώ τις πληροφορίες μου.

Η ιστορία των αθηναϊκών δρόμων (και δεν μιλάω μόνο για το Κέντρο) είναι, ορισμένες φορές μού φαίνεται, μια ιστορία εξαφανισμένων καταστημάτων.

Κάποτε, προ Κρίσης του 2009, υπήρχαν κάμποσα δισκοπωλεία και κάποια λίγα βιβλιοπωλεία. Τα δισκοπωλεία έκλεισαν το ένα μετά το άλλο, ακόμα και τα μεγάλα: και, κατά πάσα πιθανότητα, φταίει το διαδίκτυο όπου οι πάντες βρίσκουν πολύ εύκολα όση μουσική θέλουν. Απομένουν κάτι ελάχιστα δισκοπωλεία που κυρίως, απ’ό,τι έχω καταλάβει, ασχολούνται με βινύλιο το οποίο ακόμα έχει μια κάποια αξία, και ποιοτική ίσως αλλά και καλτ. Και πάλι, όμως, αναρωτιέμαι πώς κρατιούνται.

Τα περισσότερα βιβλιοπωλεία που ήταν πραγματικά βιβλιοπωλεία – δηλαδή, όχι βιβλιοχαρτοπωλεία, που πουλάνε και σχολικές τσάντες και τετράδια – έκλεισαν, ακόμα και στο Κέντρο της Αθήνας. Στην περιφέρεια, πολύ απλά, δεν υπάρχει βιβλιοπωλείο που να μην είναι και -χαρτο-· δεν τους συμφέρει, δεν τα βγάζουν πέρα αλλιώς. Ορισμένα βιβλιοπωλεία στο Κέντρο εξακολουθούν να παραμένουν, αλλά είναι λίγα, και συχνά νομίζω ότι τα παλαιοβιβλιοπωλεία είναι περισσότερα πλέον.

Μετά την Κρίση του 2009 (που αμφίβολο είναι αν ποτέ πέρασε), άρχισα στους δρόμους να μπανίζω πολλά μπαζάρ βιβλίου. Πάρα πολλά, και σε δρόμους που δεν θα το υποψιαζόσουν κανονικά. Ο λόγος, υποθέτω, ήταν ότι έκλεισαν ένα σωρό βιβλιοπωλεία και άδειασαν τις αποθήκες τους. (Δυστυχώς, τα περισσότερα βιβλία που έβλεπα σε αυτά τα μπαζάρ από αδειασμένες αποθήκες προσωπικά τα έβρισκα αδιάφορα, αν και μερικές φορές είχα αγοράσει κάτι.) Όλα αυτά τα μπαζάρ βιβλίου ήταν σαν «μόδα» για μια εποχή που κράτησε τρία, τέσσερα χρόνια ίσως. Έπειτα, εξαφανίστηκαν όλα. Δε νομίζω ότι έχει μείνει και κανένα. Ακόμα κι ένα που ήταν κοντά στην Ερμού, κι αυτό χάθηκε σαν ποτέ να μην υπήρξε...

Σε κάποια φάση, είχαν επίσης εμφανιστεί πάρα πολλά από εκείνα τα καταστήματα του ενός ευρώ – που ό,τι κι αν έπαιρνες, από σφουγγαρόπανα μέχρι κάδρα για φωτογραφίες, έκανε 1 €. Μετά, ανέβασαν λιγάκι τις τιμές τους, από 1 σε 2 €. Και μετά, τα περισσότερα έκλεισαν τελείως. Εξαφανίστηκαν από τους δρόμους της Αθήνας σαν φαντάσματα. Έχουν μείνει κάποια λίγα που δεν πουλάνε τα πάντα 1 € αλλά ανάλογα· πάντως, γενικά φτηνά. Έτσι κι αλλιώς, ποιος Έλληνας έχει πιο πολλά λεφτά να δώσει;

Ύστερα, εμφανίστηκαν κάποια πιο «κυριλέ» καταστήματα με οικιακά είδη, όπως τα Regina και τα My Home, και νόμιζες ότι ο τόπος έχει γεμίσει κουβάδες και απορρυπαντικά. Είχαν χαμηλές τιμές, ομολογουμένως, και αρκετά καλά πράγματα. Σχεδόν όλα έχουν κλείσει σήμερα. Εξαφανίστηκαν κι αυτά, το ένα μετά το άλλο.

Εκείνα που ακόμα κρατάνε είναι τα μπαζάρ ρούχων, κι όποιος έχει σήμερα κάποια λεφτά είναι ευκαιρία να πάρει ρούχα από μάρκες σε εξωφρενικά χαμηλές τιμές – έχει τύχει να βρω τέτοιο σακάκι με 1 €: οπότε, πήρα τρία. Τα «κανονικά» καταστήματα ρούχων έχουν ρίξει τις τιμές, αναμενόμενα, και ορισμένα έχουν, ουσιαστικά, κι αυτά γίνει μπαζάρ ρούχων. Θυμάμαι καταστήματα ρούχων που παλιά ήταν πανάκριβα, και τώρα έχουν βγάλει τα ρούχα, κυριολεκτικά, στον δρόμο για να τα πουλήσουν, έξω από την πόρτα, με έκπτωση 60-70%. Ο λόγος για όλ’ αυτά είναι, νομίζω, προφανής. Ποιος έχει λεφτά για καινούργια ρούχα; Άμα το δει ακριβό, δεν το παίρνει· απλά φορά τα παλιά του, και τα μπαλώνει εν ανάγκη. Τα ρούχα είναι απαραίτητα, αλλά όχι και τόσο όταν οι τιμές των τροφίμων έχουν σχεδόν διπλασιαστεί! Οπότε, υποχρεωτικά όλα τα ρούχα πωλούνται πολύ χαμηλά. Αλλά τουλάχιστον ακόμα δεν έχουν κλείσει...

Ένα άλλο είδος καταστήματος που ακόμα κρατά είναι τα τυροπιτάδικα, τα σαντουιτσάδικα, και γενικά ό,τι πουλά φαγητά και ποτά. Ε, αυτό πάντα θα έχει κάποια κίνηση. Αν φτάσουμε στο σημείο ούτε αυτό να μην έχει, θα πάμε να φάμε τον Μητσοτάκη και δεν θα είναι καν κανιβαλισμός περισσότερο απ’το αν, στην ανάγκη, μαγείρευες τον σκύλο σου. (Τσέκαρε High Rise του J.G. Ballard για παράδειγμα σκυλομαγειρέματος. Το βιβλίο ξεκινά έτσι: Later, as he sat on his balcony eating the dog, Dr Robert Laing reflected on the unusual events that had taken place within this huge apartment building during the previous three months.)

Τι συμπέρασμα τώρα βγάζετε εσείς από τέτοιες ιστορίες των δρόμων;

 

 

Επίσης . . .

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα, Ξανά


Αυτό το άρθρο είναι συνέχεια του προηγούμενου: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα. Εν μέρει, μου έδωσε έμπνευση να το γράψω κάποιος που ανέφερε κάτι σε ένα από τα σόσιαλ μύδια. Και λέω εν μέρει γιατί δεν χρειάζομαι ποτέ και πολλή έμπνευση για να γράψω για τη στίξη. Έχω μια σχέση αγάπης-μίσους μαζί της. Ξεκίνησα να γράφω ως τελείως άσχετος με τη στίξη, μην έχοντας ιδέα ποια θα μπορούσε ποτέ να ήταν η χρήση της άνω τελείας: ίσως ακόμα και του κόμματος. Έφτασα σε σημείο να νομίζω ότι έβαζα σωστά τη στίξη, αλλά απλά το νόμιζα μόνο. Και κατέληξα να συμπεράνω πόσο ανόητος είσαι όταν νομίζεις ότι «ξέρεις» τη χρήση της στίξης, και πόσο υποκειμενική μπορεί να είναι η στίξη. Αλλά όχι και στα πάντα. Υπάρχουν κι ορισμένα σταθερά πράγματα. Και υπάρχει και μια κάποια... αισθητική. Ναι, αισθητική.

Έτσι, γράφουμε τώρα συνέχεια του προηγούμενου άρθρου γιατί, πολύ απλά, το θεωρώ ενδιαφέρον να γράψω συνέχεια. Και έχει νόημα. Ακολουθήστε με...

Σχετικά με την παύλα μπορεί να υπάρξει ένα ερώτημα: Γιατί να μην κολλά επάνω στις λέξεις; Να, για παράδειγμα, δες τι γίνεται με όλα τα άλλα σημεία στίξης: κολλάνε επάνω στις λέξεις. Η παύλα γιατί να μην κολλά; Στο πηγάδι κατούρησε;

Το θέμα είναι το εξής: όλα τα άλλα σημεία στίξης (εκτός, ίσως, από το θαυμαστικό) είναι αρκετά παλιά. Η παύλα – εκτός αν κάνω τρομερό λάθος – είναι πιο πρόσφατη. Δεν υπήρχε παλιά. Και, παρότι ουσιαστικά συντακτικό σημείο στίξης (όχι σχολιαστικό, όπως το θαυμαστικό), είναι κάπως ιδιαίτερο, και έχει κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί με διάφορους τρόπους. Ακόμα και σαν να ήταν σχολιαστικό!

Η παύλα, σε κάποια κείμενα, μπορεί να βρεθεί να αντικαθιστά μέχρι και την τελεία, ή μπορεί να μπαίνει και μαζί με την τελεία. Ή όπου αλλού μπορείς να διανοηθείς. Πολλοί πιστεύουν, δε, ότι χρησιμοποιείται απλώς για να τονίσει την επόμενη λέξη, ή φράση: ή τη λέξη, ή φράση, που κλείνεται ανάμεσα στις παύλες.

Επικρατεί μια σύγχυση.

Αλλά, στην πραγματικότητα, σύγχυση δεν υφίσταται. Είναι συντακτικό σημείο στίξης, ουσιαστικά, όχι σχολιαστικό.

Όλα τα άλλα σημεία στίξης κολλάνε επάνω στις λέξεις, ναι. Αλλά κολλάνε ανεξαιρέτως (πλην της παρένθεσης) στο τέλος της λέξης, ποτέ στην αρχή. Κόμμα, τελεία, άνω τελεία, ερωτηματικό, θαυμαστικό... τα έχετε δει ποτέ στην αρχή; Πάντα στο τέλος κολλάνε.

Και ρωτάω τώρα: Η παύλα πού κολλάει; Στην αρχή, ή στο τέλος;

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Οκτωβρίου (21/10)


Sanjulián (τέχνη) & Rudolf Kalvach (παράξενες κάρτες – 1907) & Hannah Flowers (τέχνη) & Το σπίτι που εξαφανίστηκε & Michael Kaluta (τέχνη) & Οι εικονογράφοι του Poe & Η γηραιότερη χελώνα της γης (αθάνατη;) & 221 Camera Obscuras & Infinite Jungle (στον browser σας) & Robin F. Williams (τέχνη) & Rottweilin (τέχνη) & Στα ίχνη των Shonokin (του Manly Wade Wellman) & Κόμιξ με τον Elric (1970) & περισσότερα στο LinX

 

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ παύλα


Σε ελληνικά κείμενα (λογοτεχνικά και μη) είναι αρκετά συχνό να συναντήσουμε το εξής συντακτικό φαινόμενο το οποίο θα δείξω με ένα απλό παράδειγμα γιατί έτσι είναι πολύ πιο εύκολο:

Οι καβαλάρηδες έρχονταν μέσα από το λιόγερμα, πάνω από τους λόφους –μια ντουζίνα φιγούρες σε ψηλά άλογα, γκρίζα και λευκά, με μανδύες να τινάζονται πίσω τους–, αλλά δεν είχαν προσέξει ότι στο κατόπι τους ήταν τέσσερις απειλητικές κατάμαυρες σκιές...

Αυτό το κείμενο μοιάζει καλό, γενικά· και είναι, ουσιαστικά. Αλλά προσέξτε πώς χρησιμοποιούνται οι παύλες. Σαν παρενθέσεις! Η πρώτη παύλα κολλάει επάνω στο μια και η δεύτερη (που κλείνει την παρένθεση) κολλάει επάνω στο τους· και μετά απ’αυτή τη δεύτερη παύλα έρχεται κι ένα κόμμα.

Εδώ το πρόβλημα είναι διπλό.

Πρόβλημα πρώτο: Γιατί οι παύλες να κολλάνε επάνω στις λέξεις σαν να είναι παρενθέσεις; Η παύλα δεν είναι παρένθεση· είναι τελείως διαφορετικό σημείο στίξης.

Πρόβλημα δεύτερο: Τι δουλειά έχει το κόμμα μετά την παύλα; Δεν έχει καμία δουλειά εκεί· η παύλα, κανονικά, το αντικαθιστά. Δεν είναι παρένθεση.

[Συνέχισε να διαβάζεις]